 |
1.
Όταν οι κάτοικοι του νησιού φτάσουν σε κάποια προχωρημένη ηλικία, σταματούν να εργάζονται πολύ και αρχίζουν να προσέχουν περισσότερο την υγεία τους. Ο γιατρός τους εξετάζει συχνά, κι αν κάποια στιγμή αποδειχτεί ότι έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα, τότε ετοιμάζουν τα μπαγκάζια τους. Διοργανώνεται μια μεγάλη γιορτή, η πόλη τους αποχαιρετά, και μετά μετακομίζουν στο Χαρούμενο Χωριό. Όπως λέει ο Βιβλίο, «με τα πόδια ή με βάρκα φτάνουν στη Χρυσή Ακτή, όπου κάνουν αν θέλουν ένα τελευταίο μπανάκι και μετά επιβιβάζονται στη βάρκα που θα τους πάει στον τελευταίο τους προορισμό».
Μερικές φορές ακόμα και νέοι πηγαίνουν εκεί -ο Νέστορας, ένας μαθητευόμενος υαλουργός, είχε πάθει κάποιο ατύχημα στο εργαστήριο και είχε πάρει φωτιά. Ο Φίλιππος και το αγόρι θυμούνται ακόμα την αποχαιρετιστήρια γιορτή που είχε γίνει για το χατίρι του. Θυμούνται ακόμα ότι ο Νέστορας ήταν φασκιωμένος με λευκές γάζες, και δεν έμοιαζε να συμμετέχει ιδιαίτερα στο κέφι. |
 |
2. Από όλα τα μυστήρια που είχε γνωρίσει στη μικρή του ζωή, τα αστέρια ήταν το μεγαλύτερο. Τι ήταν; Ποδολαμπίδες που πετούν πάρα πολύ ψηλά; Σωματίδια σκόνης που έκλεβαν το τελευταίο φως του ήλιου και το κρατούσαν μέχρι το επόμενο πρωί; Ή μήπως ολόκληρος ο νυχτερινός ουρανός ήταν ένα πέπλο που ερχόταν και έκρυβε τη λάμψη του ήλιου, και τα αστέρια ήταν οι τρύπες του; Το Βιβλίο της Γνώσης δεν έγραφε τίποτα γι' αυτά, τίποτα απολύτως. Οι Σοφοί δεν ήξεραν τίποτα, του έλεγαν να μην ασχολείται με τον ουρανό και να μην τρομάζει τα μικρά. Δεν ήταν φυσιολογικό. Τίποτα από όλα αυτά δεν του έμοιαζε φυσιολογικό. Οι άνθρωποι του νησιού δεν κοίταζαν τον ουρανό; Δεν τα έβλεπαν; Δεν είχαν την απορία; |
 |
3.
Είναι απίθανο το πόσο πιο εύκολα περπατάς στη ζούγκλα όταν έχεις ένα σπαθί. Ο Νικίας περπατούσε σε μια ευθεία, ακριβώς προς την κατεύθυνση που ήθελε. Μόλις ένα κλαδί, ή τίποτα μπερδεμένα χορτάρια του έκλειναν το δρόμο «χράτς!» έκοβε με το σπαθί του και άνοιγε το δικό του μονοπάτι. Μερικές φορές, όταν τα κλαδιά ήταν πιο χοντρά ή τα χορτάρια πιο πολλά, χρειαζόταν να κόψει «χρατς χρατς!» δύο φορές, ή τρεις. Αλλά ποτέ δεν έστριβε. Πάντα προχωρούσε σε μια ευθεία.
Περπατούσαν περίπου μια ώρα, ενώ το σκοτάδι έπεφτε γρήγορα, ο Νικίας μπροστά, ανοίγοντας δρόμο, και οι άλλοι δύο από πίσω, και το αγόρι είχε πια καταλάβει ότι αυτοί οι δύο ήταν οι απεσταλμένοι του γερο-γιατρού από το Χαρούμενο Χωριό. Δεν είχε καταλάβει και πολλά άλλα πράγματα, όμως, γιατί αυτοί οι δύο, ο Νικίας και ο Λυκίας, ήταν τελείως τρελοί.
«Το δάσος είναι επικίνδυνο επειδή είναι δάσος», εξήγησε ο Νικίας στον Οδυσσέα μόλις τον απελευθέρωσε από τα δεσμά του.
«Αν δεν ήταν δάσος δεν θα ήταν επικίνδυνο», συνέχισε. «Αλλά δεν θα ήταν και δάσος».
Οι δυο γέροι κοίταξαν το αγόρι στα μάτια, και μετά ξέσπασαν σε ταυτόχρονα κακαριστά γέλια. |
 |
4.
Το φάντασμα βγήκε από τις σκιές όπως συνήθιζε: Αθόρυβα. Είχε φτάσει στον προορισμό του μέσα από περάσματα που μόνο αυτό γνώριζε. Ήταν ολόλευκο, και το χλωμό φως του φεγγαριού το έκανε να λάμπει μέσα στη νύχτα. Διέσχισε το ξέφωτο και προχώρησε προς τα βράχια, προς τις σπηλιές του Χαρούμενου Χωριού.
Σε μια μικρή εσοχή στα βράχια, ακούμπησε ένα σάκο με προμήθειες. Έριξε μια ματιά τριγύρω -κανένας. Μετά έκανε να φύγει από το πέρασμα που οδηγούσε προς τη δύση.
Στην είσοδο του περάσματος, ακουμπισμένη στη βάση ενός βράχου, καθόταν μια γριά, πολύ ηλικιωμένη, που αντί για μαλλιά είχε πολύ αραιές λευκές τούφες. Έμοιαζε να κοιμάται.
Το φάντασμα πλησίασε και έσκυψε πάνω της. Αυτή ξύπνησε απότομα, και το κοίταξε τρομαγμένη. Αλλά ο τρόμος κράτησε μόνο μια στιγμή -μόλις αναγνώρισε το φάντασμα, το πρόσωπό της μαλάκωσε, και χαμογέλασε.
«Έχω νέα να σου πω», είπε στο φάντασμα. «Το αγόρι με τα πράσινα μάτια. Ήρθε». |
 |
 |
|